Στις μέρες μας ο θεσμός του γάμου, είτε πολιτικός, είτε θρησκευτικός δε συνιστά τον μοναδικό τρόπο επισημοποίησης της συμβιώσεως ανάμεσα στα ζεύγη. Οι σύγχρονες κοινωνικές εξελίξεις οδήγησαν τον νομοθέτη στην υιοθέτηση του συμφώνου συμβίωσης, το οποίο έχει το ίδιο νομικό αποτέλεσμα με τον γάμο, με διαφορές σε επίπεδο λεπτομερειών και όχι στον πυρήνα των θεσμών.

 

Η βασικότερη διαφορά μεταξύ του γάμου και του συμφώνου συμβίωσης βρίσκεται στον τρόπο σύναψης. Συγκεκριμένα, ο πολιτικός γάμος πραγματοποιείται με προφορική δήλωση ενώπιον του δημάρχου με παράσταση δύο μαρτύρων και ο θρησκευτικός με ιερολόγηση από ιερέα. Ωστόσο και ο πολιτικός και ο θρησκευτικός γάμος χρειάζονται αρκετά έγγραφα και δικαιολογητικά ώστε να εκδοθούν οι άδειες, γεγονός που καθιστά τις διαδικασίες ιδιαίτερα γραφειοκρατικές, χρονοβόρες και κοστοβόρες. Αντίθετα, το σύμφωνο συμβίωσης συνάπτεται με συμβολαιογραφική πράξη, που αποκτά την ισχύ της με τη καταχώριση στο ληξιαρχείο. Τα δικαιολογητικά λοιπόν που χρειάζονται είναι πολύ λιγότερα και επέρχεται οικονομία χρόνου και χρήματος.

 

Η δεύτερη βασικότερη διαφορά ανάμεσα στο γάμο και στο σύμφωνο συμβίωσης βρίσκεται στο ποιοι δύνανται να τα συνάψουν. Στο σύμφωνο συμβίωσης απαιτείται μεν πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα, αλλά είναι αδιάφορο αν τα ζευγάρια είναι ετεροφιλόφιλα ή ομοφυλόφιλα. Στον γάμο (πολιτικό ή θρησκευτικό) υπάρχει η δυνατότητα και σε άτομα που δεν έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα να παντρευτούν με άδεια του δικαστηρίου, ωστόσο απαιτείται η διαφορά φύλου μεταξύ των μελλόνυμφων. Αξιόλογες διαφορές μεταξύ του συμφώνου συμβίωσης και του γάμου υπάρχουν στον τρόπο με τον οποίο επέρχεται η λύση τους. Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται ευκολότερα από τον γάμο καθώς δε χρειάζεται αμετάκλητη δικαστική απόφαση που είναι απαραίτητη για τη λύση του γάμου (εξαιρείται πλέον το συναινετικό διαζύγιο), αλλά μπορεί να λυθεί εξωδικαστικά με μια απλή συμβολαιογραφική πράξη ή με μια μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, η οποία θα πρέπει φυσικά να έχει επιδοθεί στο έτερο μέρος και να έχουν παρέλθει 3 μήνες από την επίδοση. Στο ζήτημα της διατροφής μετά τη λύση τους δεν υπάρχουν διαφορές και ακολουθούνται οι διατάξεις του οικογενειακού δικαίου για τη διατροφή μετά το διαζύγιο.

Ακολουθήστε τον Κωνσταντίνο Καμουζή στο Facebook

Αναφορικά με τα ζητήμα της υιοθεσίας και του επωνύμου τέκνων και συζύγων υπάρχουν ορισμένες διαφοροποιήσεις. Στο γάμο ξεκάθαρα προβλέπεται η δυνατότητα των συζύγων να υιοθετήσουν τέκνο ενώ στο σύμφωνο συμβίωσης δεν υπάρχει ρητή διάταξη, μπορεί ωστόσο να γίνει επίκληση της αναλογίας των περιπτώσεων καθώς διέπονται από κοινές διατάξεις και συγκεκριμένα από τα άρθρα 1542-1588 ΑΚ, περί της νομοθετικής πρόβλεψης για τις σχέσεις που διέπουν τους συζύγους. Σχετικά με το επώνυμο των παιδιών, στο γάμο τα τέκνα αποκτούν αυτοδικαίως το επώνυμο του πατέρα τους, εκτός αν οι γονείς αποφασίσουν διαφορετικά. Στο σύμφωνο συμβίωσης τα τέκνα αποκτούν το επώνυμο της επιλογής των γονέων τους, με έγγραφη και αμετάκλητη δήλωση των γονέων που ενσωματώνεται στο σύμφωνο. Ενώ στο γάμο παρέχεται η δυνατότητα στους συζύγους να προσθέσουν ληξιαρχικά στο επώνυμο τους το επώνυμο του συζύγου, το σύμφωνο συμβίωσης δε παρέχει νομικά αυτή τη δυνατότητα και οι σύζυγοι μπορούν μόνο στις κοινωνικές συναναστροφές (άτυπα) να χρησιμοποιούν το επώνυμο του συζύγου τους.

 

Σημαντικό είναι ακόμη να επισημανθεί πως στα κληρονομικά δικαιώματα υπάρχει πλήρης εξομοίωση των δύο θεσμών, ενώ στα φορολογικά ζητήματα αυτοί που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης δεν υποχρεούνται από τον νόμο να πραγματοποιούν κοινή φορολογική δήλωση λλά είναι στη διακριτική τους ευχέρεια.

 

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως τόσο ο γάμος με τη παραδοσιακή του έννοια, όσο και ο νεότευκτος θεσμός του συμφώνου συμβίωσης έχουν ουσιαστικά τα ίδια αποτελέσματα.Βέβαια θα πρέπει να λεχθεί πως το σύμφωνο συμβίωσης είναι πιο γρήγορο, πιο οικονομικό και ασπάζεται τη δυνατότητα γάμου μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου.

 

Βρείτε τον Δικηγόρο Κωνσταντίνο Καμουζή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης:

Tags