Με τον όρο δικαστική συμπαράσταση νοείται, η στέρηση ή ο περιορισμός της
δικαιοπρακτικής ικανότητας ενήλικων προσώπων μετά από έκδοση δικαστικής
απόφασης. Για να τεθεί ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση θα πρέπει
αυστηρά να ισχύουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και συγκεκριμένα: α)
να αδυνατεί το πρόσωπο αυτό να φροντίζει μόνο του για τις υποθέσεις του,
είτε β) να εκθέτει σε κίνδυνο στέρησης τον εαυτό του ή την οικογένεια του
(ΑΚ 1666 παρ. 1, 1667 παρ. 1 εδ. α). Θα πρέπει δηλαδή να πρόκειται για ένα
άτομο χωρίς δομημένη προσωπικότητα και με πενιχρές κοινωνικές δεξιότητες.

 

Κατ’ άρθρον 1676 εδ. α ΑΚ η δικαστική συμπαράσταση διακρίνεται
ακολούθως: α) στερητική δικαστική συμπαράσταση κατά την οποία το δικαστήριο
κρίνει πως το άτομο είναι ανίκανο για όλες ή ορισμένες δικαιοπραξίες
(πλήρης ή μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση αντίστοιχα) και β)
επικουρική δικαστική συμπαράσταση στην οποία απαιτείται η συναίνεση του
δικαστικού συμπαραστάτη για την ισχύ όλων ή ορισμένων δικαιοπραξιών του
δικαστικά συμπαραστατούμενου (πλήρης ή μερική επικουρική δικαστική
συμπαράσταση αντίστοιχα). Οι λόγοι που οδηγούν στην έκδοση δικαστικής
απόφασης για δικαστική συμπαράσταση προσώπου είναι είτε η αδυναμία του
συμπαραστατούμενου να διεκπεραιώνει τις υποθέσεις του λόγω ψυχικής ή
διανοητικής διαταραχής ή λόγω σωματικής αναπηρίας, είτε να θέτει σε κίνδυνο
τον εαυτό του (αυτοτραυματισμοί, άσωτη ζωή, τοξικές ουσίες) ή συγγενικά του
πρόσωπα λόγω των χαρακτηρολογικών του ελαττωμάτων (αλόγιστη σπατάλη
χρημάτων, επιθετικότητα και βίαιες εκρήξεις). Η δικαστική συμπαράσταση αν
και ως επί το πλείστον αφορά ενήλικα πρόσωπα, εφαρμόζεται και σε άτομα κάτω
των 18 ετών. Αν ο ανήλικος που βρίσκεται υπό καθεστώς γονικής μέριμνας ή
επιτροπείας και έχει συμπληρώσει το δέκατο έβδομο έτος της ηλικίας του,
εικάζεται με σοβαρές ενδείξεις πως λόγω της κατάστασης του, μετά την
ενηλικίωση του θα έχει τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου που χρήζει
δικαστικής συμπαράστασης, μπορεί να τεθεί στη λεγόμενη (προληπτική)
δικαστική συμπαράσταση κατ’ άρθρον (1666 παρ.2 εδ.ά ΑΚ ).

Ακολουθήστε τον Κωνσταντίνο Καμουζή στο Facebook

Το να τεθεί όμως ένας ανήλικος σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης
συνιστά χωρίς αμφιβολία δυσβάσταχτο μέτρο γι’ αυτό και ο νόμος την
αντιμετωπίζει σαν εξαιρετική περίπτωση (ultimum fugitum) , αφού επεξηγεί
πως το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να ενεργοποιήσει τον θεσμό καθώς
και πως η έναρξη των αποτελεσμάτων της υποβολής του ανηλίκου σε καθεστώς
δικαστικής συμπαράστασης είναι αυτοδίκαιη και επέρχεται με την ενηλικίωση
του προσώπου. Είναι σημαντικό να τονιστεί πως οι δύο βασικοί πυλώνες γύρω
από τους οποίους διαρθρώνεται ο θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης είναι
τόσο η αρχή της προστασίας της προσωπικότητας του πάσχοντος, όσο και η αρχή
της προστασίας του συμφέροντος του πάσχοντος. Ενυπάρχει λοιπόν, στάθμιση
από τον νόμο ανάμεσα στην προσωπική ελευθερία του ατόμου και τον αναγκαίο
περιορισμό αυτής προς όφελος του ίδιου του ασθενούς ώστε αυτός να έχει με
την αρωγή του δικαστικού συμπαραστάτη μια πιο γόνιμη και παραγωγική ζωή
πρώτα για τον ίδια και έπειτα για το κοινωνικό σύνολο.

 

Συνοψίζοντας, η δικαστική συμπαράσταση αποτελεί ένα προστατευτικό
<<πέπλο>> που προβλέπεται από τον νόμο για να περισώσει από την καταστροφή και τον ξεπεσμό ανθρώπους που είτε ασθένησαν, είτε έχουν ευάλωτο  χαρακτήρα που προκαλεί επιζήμιες συνέπειες στους ίδιους και στους οικείους τους.

 

Βρείτε τον Δικηγόρο Κωνσταντίνο Καμουζή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης:

Tags