Το εργατικό δίκαιο συνιστά έναν αυτόνομο πλέον κλάδο δικαίου που αποτελεί κατηγορία του ιδιωτικού δικαίου. Αρχικά αποτελούσε τμήμα του αστικού δικαίου και συγκεκριμένα του ενοχικού δικαίου και με το πέρασμα των χρόνων απέκτησε τη δική του αυθυπαρξία. Το βασικότερο αντικείμενο του εργατικού δικαίου είναι η σχέση της εξαρτημένης εργασίας και ειδικότερα οι σχέσεις και οι δυναμικές που αναπτύσσονται μεταξύ του μισθωτού και του εργοδότη. Θα πρέπει να καταστεί σαφές πως στο εργατικό δίκαιο δε περιλαμβάνεται η παροχή ανεξάρτητης εργασίας, ούτε οι εργασιακές σχέσεις των μισθωτών δημοσίων υπαλλήλων.

Το εργατικό δίκαιο κωδικοποιεί την εξαρτημένη εργασία από την αρχή μέχρι το τέλος της. Συγκεκριμένα, αναφέρει στις πολυάριθμες διατάξεις του τους ισχύοντες νόμους για την ίδρυση, τη λειτουργία, τις μεταβολές και τη λήξη κάθε παροχής εξαρτημένης εργασίας. Επιπρόσθετα, ασχολείται με την επιχείρηση στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται η σχέση εργασίας, με το καθεστώς εκμετάλλευσης, με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθώς και με τον ρόλο των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Τα βασικότερα χαρακτηριστικά του εργατικού δικαίου είναι τα ακόλουθα:

1) Αποτελεί δίκαιο ιδιότυπο καθώς ενώ ξεκίνησε από το αστικό δίκαιο απέκτησε ταχύρρυθμα  τις δικές του πηγές, αρχές και θεσμούς που το κάνουν να διακρίνεται από τους άλλους κλάδους δικαίου.

2) Στο εργατικό δίκαιο αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα στις συλλογικές ρυθμίσεις, όπως είναι η συλλογική διαπραγμάτευση και η κατάληξή της και με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

3) Παρέχει ιδιαίτερη έμφαση στη προστασία της προσωπικότητας των εργαζομένων ως κοινωνικά όντα με συγκεκριμένη θέση και δικαιώματα στον άξονα της παραγωγική διαδικασίας.

4) Εναρμονίζεται με τις κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές εντός των οποίων αναπτύσσονται οι εργασιακές σχέσεις, παρουσιάζοντας έντονο κοινωνικό χαρακτήρα ισορροπώντας τα αντιτιθέμενα συμφέροντα μεταξύ μισθωτών και εργοδοτών.

5) Έχει διεθνή χαρακτήρα σε αντίθεση με τους λοιπούς κλάδου δικαίου καθώς διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό και από το διεθνές πεδίο εργασίας. Όταν μια διεθνής σύμβαση εργασίας επικυρωθεί από μια χώρα τότε ενσωματώνεται στο κρατικό δίκαιο, φαινόμενο που συμβαίνει αρκετά συχνά στο εργατικό δίκαιο.

Οι βασικές αρχές του εργατικού δικαίου είναι οι εξής:

1) Η αρχή της κοινωνικής προστασίας, που καθιστά την εργασία κοινωνικό δικαίωμα υπό τη προστασία του εργατικού δικαίου.

2) Η αρχή της προστασίας της προσωπικότητας, που επιβάλλει υποχρεώσεις στους εργοδότες και περιορίζει τα δικαιώματα τους ώστε να προστατευθεί το αδύναμο σκέλος της εργασιακής σχέσης δηλαδή ο μισθωτός.

3) Η αρχή της ελευθερίας της εργασίας, σύμφωνα με την οποία ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα επιλογής σε ποιόν εργαζόμενο θα προσφέρει την εργασία του καθώς και αν θα εργαστεί. Φυσικά αν αποφασίσει να εργαστεί θα πρέπει να υπακούσει στο διευθυντικό δικαίωμα όσο βέβαια αυτό δεν ασκείται καταχρηστικά.

4) Η αρχή της κοινωνικής αυτονομίας, μέσω της οποίας επιτυγχάνεται η δυνατότητα το εργαζομένων δια των συλλογικών συμβάσεων εργασίας να θεσπίζουν κανόνες δικαίου και να επιλύουν μόνοι τους τις μεταξύ τους διαφορές.

5) Η αρχή της συλλογικοποιήσεως των σχέσεων εργασίας που είναι απότοκη της αρχής της κοινωνικής αυτονομίας. Η κοινωνική αυτονομία γίνεται πραγματικότητα μέσα από την ελευθερία των διαπραγματεύσεων και το πεδίο ανάπτυξης της είναι η συλλογικοποίηση. Έτσι δικαιολογείται η μετατόπιση του μεγαλύτερου μέρους των ρυθμίσεων των σχέσεων εργασίας από την ατομική στη συλλογική διαπραγμάτευση και ρύθμιση.

6) Η αρχή της ελευθερίας του συνδικαλισμού, που αναφέρει πως οι επαγγελματικές οργανώσεις των μισθωτών είναι οι φορείς των συλλογικών τους συμφερόντων. Οι εργαζόμενοι έχουν τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη ελευθερία να ιδρύουν εργατικά συνδικάτα και να συμμετέχουν ή να απέχουν από αυτά.

7) Η αρχή της κοινωνικής ειρήνης καθώς το εργατικό δίκαιο επιδιώκει την ισορροπία και τη γεφύρωση των χασμάτων μεταξύ των συμφερόντων των εργαζομένων, των συμφερόντων των εργοδοτών και της γενικότερης οικονομίας της χώρας.

Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί πως ο εργατολόγος είναι ο κατάλληλος επιστήμονας επί ζητημάτων που άπτονται των εργασιακών σχέσεων καθώς παρακολουθεί την εξέλιξη την εργατικού δικαίου και διαθέτει γνώσεις νομοθεσίας ατομικού και συλλογικού δικαίου εργατικού δικαίου καθώς και της νομολογίας που διαρκώς εξελίσσεται.