Μια βαθιά διαστρεβλωμένη πεποίθηση δεσπόζει στη σκέψη πολλών ανθρώπων που δε γνωρίζουν νομικά. Θεωρούν από δικαιολογημένη άγνοια πως μήνυση, έγκληση και αγωγή είναι λέξεις που περιγράφουν την ίδια ενέργεια κατά του αντιδίκου. Ας εξεταστεί λοιπόν η διαφορά τους:

 

Αρχικά λοιπόν η μήνυση έχει σαν αποδέκτη της τον αρμόδιο εισαγγελέα και σκοπός της είναι να καταγγελθεί ένα έγκλημα που γίνεται σε βάρος τρίτου προσώπου για παράδειγμα βλέπουμε κάποιον να αρπάζει τη τσάντα μιας κυρίας και τον μηνύουμε για ληστεία.

 

Έγκληση γίνεται για τα εγκλήματα που τελούνται εις βάρος μας για παράδειγμα κάποιος μας βρίζει και υποβάλλουμε έγκληση για εξύβριση εναντίον του. Σε αυτή τη περίπτωση θα πρέπει μέσα στην αποκλειστική και περιοριστική προθεσμία των τριών μηνών να τον εγκαλέσουμε για εξύβριση.

 

Ο εισαγγελέας όταν λάβει τη μήνυση ή την έγκληση μας θα δράσει ως εξής: είτε α)θα διατάξει τον κατηγορούμενο να εμφανιστεί σε δίκη, είτε β) θα δώσει εντολή για έρευνα ώστε να συλλεχθούν περισσότερα στοιχεία ώστε να μην υπάρχει ενδεχόμενο να θιχτούν άδικα υπολήψεις στη κοινωνία, είτε γ) να τη τοποθετήσει στο κρίνοντας πως είναι αβάσιμη.

 

Σημαντικό να τονιστεί πως με τη μήνυση ή την έγκληση επιδιώκεται να τιμωρηθεί ο δράστης ενός εγκλήματος όπως ορίζει ο ποινικός κώδικας και όχι να αποκατασταθεί οικονομικά το θύμα. Για να καταβληθεί αποζημίωση θα πρέπει να ασκηθεί αγωγή, η οποία εξετάζεται από τα αρμόδια αστικά δικαστήρια. Τα ποινικά όπως επισημάνθηκε είναι αρμόδια για μηνύσεις-εγκλήσεις για να τιμωρήσουν το δράστη αν είναι απαραίτητο σε σωφρονιστικό κατάστημα και όχι για να μας αποζημιώσουν.

Υπάρχουν βέβαια και αγωγές που δεν έχουν άμεσο χρηματικό περιεχόμενο, όπως η αγωγή λύσης του γάμου, το γνωστό σε όλους διαζύγιο που ασχολείται με την ικανοποίηση ιδιωτικών- αστικών δικαιωμάτων είτε με τη μορφή του συναινετικού είτε με την εκδοχή της αντιδικίας.

 

Είναι γνωστό όμως στη πράξη να ασκούνται ταυτόχρονα τόσο η αγωγή όσο και η μήνυση. Αυτό κρίνεται ως θεμιτό καθώς με αυτόν τον τρόπο εξετάζεται η υπόθεση στην ολότητα της και δημιουργείται ένα δικαστικό συνεχές. Για παράδειγμα σε μια βαριά σκοπούμενη ή επιδιωκόμενη σωματική βλάβη το ποινικό δικαστήριο θα αποφασίσει αν τελέστηκε το έγκλημα και ποια ποινή θα επιβληθεί, ενώ το πολιτικό δικαστήριο θα κρίνει για το ύψος της αποζημίωσης καθώς και της ηθικής βλάβης.

 

Τέλος να γίνει σαφές πως το ένα δικαστήριο δε δεσμεύεται από τη κρίση του άλλου και έτσι μπορεί να εξάγει διαφορετική απόφαση για παράδειγμα να κριθεί ένοχος ο κατηγορούμενος στο ποινικό δικαστήριο και το αστικό να μη τον υποχρεώσει σε αποζημίωση και αντίστροφα.

Tags

| |